όσο σε όλα σε βρίσκω
Τη θλίψη απ' τα μάτια μου να πάρεις
και να τη ρίξεις στου πελάγου το βυθό
κι αν τύχει μες σ'ανέμους να χαθώ
μη μ'αρνηθείς, μη μ'αποπάρεις
Το πιο ακριβό σου χάδι να μου δώσεις
κι αν η λαχτάρα σου κουρσέψει το κορμί
αιτία, πρόφαση να γίνει κι αφορμή
ποτέ μη μ'αρνηθείς, μη με προδώσεις
Σύννεφα του γυαλού θε ν'αρματώσω
θα'μαι στο πλάι σου και ας ματώσω
Σύννεφα του γυαλού θε ν'αρματώσω
θα'μαι στο πλάι σου και ας ματώσω
θα'μαι στο πλάι σου.....
Την πιο βαθιά ανάσα μου να νιώσεις
σαν άρωμα φερμένο απ'τη βροχή
κι αν γίνει τ΄όνειρο ταξίδι και ευχή
που αγάπησες πολύ, μη μετανιώσεις
Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2012
Σύννεφα του γυαλού
Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2012
Veinte poemas de amor y una canción desesperada - Pablo Neruda
Veinte poemas de amor
y una canción desesperada-Pablo Neruda
Poema 14
Juegas todos los días con la luz del universo.
Sutil visitadora, llegas en la flor y en el agua.
Eres más que esta blanca cabecita que aprieto
como un racimo entre mis manos cada día.
A nadie te pareces desde que yo te amo.
Déjame tenderte entre guirnaldas amarillas.
Quién escribe tu nombre con letras de humo entre las estrellas del sur?
Sutil visitadora, llegas en la flor y en el agua.
Eres más que esta blanca cabecita que aprieto
como un racimo entre mis manos cada día.
A nadie te pareces desde que yo te amo.
Déjame tenderte entre guirnaldas amarillas.
Quién escribe tu nombre con letras de humo entre las estrellas del sur?
Ah déjame recordarte como eras entonces cuando aún no existías.
De pronto el viento aúlla y golpea mi ventana cerrada.
El cielo es una red cuajada de peces sombríos.
Aquí vienen a dar todos los vientos, todos.
Se desviste la lluvia.
Pasan huyendo los pájaros.
El viento. El viento.
De pronto el viento aúlla y golpea mi ventana cerrada.
El cielo es una red cuajada de peces sombríos.
Aquí vienen a dar todos los vientos, todos.
Se desviste la lluvia.
Pasan huyendo los pájaros.
El viento. El viento.
Yo solo puedo luchar contra la fuerza de los hombres.
El temporal arremolina hojas oscuras y suelta todas las barcas que anoche amarraron al cielo.
Tú estás aquí. Ah tú no huyes
Tú me responderás hasta el último grito.
Ovíllate a mi lado como si tuvieras miedo.
Sin embargo alguna vez corrió una sombra extraña por tus ojos.
Ahora, ahora también, pequeña, me traes madreselvas,
y tienes hasta los senos perfumados.
Mientras el viento triste galopa matando mariposas
yo te amo, y mi alegría muerde tu boca de ciruela.
Cuanto te habrá dolido acostumbrarte a mí,
a mi alma sola y salvaje, a mi nombre que todos ahuyentan.
Hemos visto arder tantas veces el lucero besándonos los ojos
y sobre nuestras cabezas destorcerse los crepúsculos en abanicos girantes.
Mis palabras
llovieron sobre ti acariciándote.
Amé desde hace tiempo tu cuerpo de nácar soleado.
Hasta te creo dueña del universo.
Te traeré de las montañas flores alegres, copihues,
avellanas oscuras, y cestas silvestres de besos.
Quiero hacer contigo
lo que la primavera hace con los cerezos.
Amé desde hace tiempo tu cuerpo de nácar soleado.
Hasta te creo dueña del universo.
Te traeré de las montañas flores alegres, copihues,
avellanas oscuras, y cestas silvestres de besos.
Quiero hacer contigo
lo que la primavera hace con los cerezos.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 29, 2012
Ἐρωτικὸ γράμμα
Ἐρωτικὸ γράμμα
Κοριτσάκι μου, Θαλασσωμένο ἀπόψε τὸ Αἰγαῖο.
Τὸ ἴδιο κι ἐγώ.
Χθὲς δὲν πρόλαβα νὰ καθίσω
στὸ τραπέζι
κι ἕνα τηλέφωνο
μὲ κατέβασε στὸ λιμάνι.
Στὶς ἑφτὰ ποὺ σαλπάραμε,
δὲν
μποροῦσα νὰ περπατήσω
ἀπὸ τὴν κούραση.
Ἡ παρηγοριά
μου
ἦταν ἡ «ὥρα» σου.
Ἡ λύπη μου
ὅτι δὲν κυβέρνησα
οὔτε στιγμὴ
τὸ καταπληκτικὸ Θαλασσινὸ σκαρί,
τὸ κορμί σου.
Ἀπὸ δείλια
καὶ ἀτζαμοσύνη
σήκωσα τὸ κόκκινο
σινιάλο τῆς Ἀκυβερνησίας.
Εἶδα χθές, πολλὲς φορὲς τὴν κοπέλα
τῆς πλώρης:
Τὴ λυσίκομη φιγούρα νὰ σκοτεινιάζει,
νὰ θέλει νὰ κλάψει.
Σὰ νά ῾χε πιστέψει γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι πέθανε,
ὁ Μεγαλέξανδρος,
ὅμως τὸ καρχηδόνιο
ἐπίχρισμά
του ἔμενε τὸ ἴδιο λαμπρό.
Μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ κάλυμμά
του. Κόκκινο της Πομπηίας
Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός.
Βελοῦδο ποὺ σκεπάζει
ἱερὸ δισκοπότηρο.
Ὄστρακο
ὠκεάνιο
ἁλμυρό.
Κρασὶ βαθυκόκκινο
ποὺ δίνει
δόξα στὸ κρύσταλλο. Πληγὴ ἀπὸ κοπίδι
κινέζικο.
Ἀστραπή.
Βυσσινὶ ἡλιοβασίλεμα.
Λαμπάδα τῆς πίστης μου.
Ἀνοιχτὸ σημάδι
τοῦ ἔρωτά μου
Ὄνειρο καὶ τροφὴ τῆς παραφροσύνης
μου
Σὲ ἀγκαλιάζω.
ΚΟΛΙΑΣ
* Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ὁ Νίκος Καββαδίας
ἐρωτεύτηκε
μία κοπέλα, τὴ Θεανὼ Σουνᾶ.
Πρόκειται
γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρωτικὰ γράμματα τὰ ὁποῖα ἔστειλε ὁ ποιητὴς στὴν κοπέλα.
Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2012
Φορτία Ψυχής
τα
όνειρα τσακίστηκαν στα βράχια της σιωπής,
βούλιαξαν
στα μυστικά
σαν
κόκκινη κηλίδα xύθηκαν στα πέλαγα
τα φορτία της ψυχής
Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2012
Χρόνια σε περίμενα του Γιάννη Ρίτσου
Χρόνια σε περίμενα του Γιάννη Ρίτσου
Χρόνια σε περίμενα σ' ένα
παραμύθι,
στα μαλλιά τριαντάφυλλα και
πουλιά στα στήθη.
Κι ήρθες ένα σούρουπο π' άναβαν
τ' αστέρια,
στην πληγή μου ασάλευτα είκοσι
μαχαίρια.
Χρόνια σε περίμενα στο βουβό
σκοτάδι,
στην πληγή μου βάλσαμο στην
πληγή μου λάδι.
Χρόνια σε περίμενα και προσμένω
ακόμα,
κόκκινα τα σύννεφα μάτωσαν το
χώμα.
Από το δίσκο "έντεκα λαϊκά
τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου"-1972 σε Μουσική του Νίκου Μαμαγκακη τραγούδησαν ο
Γιάννης Πουλόπουλος και η Μαρία Δουράκη που τραγουδάει και το τρυφερό και
νοσταλγικό "Χρόνια σε περίμενα".
Δευτέρα, Ιανουαρίου 23, 2012
Τα λιανοτράγουδα
Φλέρυ Νταντωνάκη & Δημήτρης Ψαριανός,
« Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ», 1972
.
"Να 'χα το σύννεφο άλογο, το άστρι χαλινάρι,
το φεγγαρακι της αυγής να 'ρχομουν κάθε βράδυ"
"Ο Μεγάλος Ερωτικός είναι ένας λαϊκός θεός,
που ζει στη φαντασία μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε,
ίσαμε να πεθάνουμε,
όμορφος, εφηβικός και αδιάκοπα ζωντανός.
Ο Μεγάλος Ερωτικός δε φοράει γραφικά τοπικά ρούχα.
Φοράει τα δικά του
που συνθέτουν δύσκολους συνδυασμούς ήχων,
ανάλαφρων χρωμάτων και ποιητικών ονείρων.
Δεν περιέχει μηνύματα που εύκολα τα σβήνουν οι βροχές, δεν αντιστέκεται."
Μάνος Χατζηδάκις.
Κόκκινη κλωστή δεμένη.....
ένα όνειρο,
παραμύθι της γιαγιάς μπροστά στο τζάκι μια νύχτα σαν και τούτη.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2011
Τρίτη, Νοεμβρίου 29, 2011
Η περιφραστική πέτρα-Δημουλά
Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες
λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.
Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα
μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.
Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».
Μίλα.
Οἱ
λέξεις ἔχουν
ἔχθρες
μεταξύ τους,
ἔχουν
τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν
κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν
τύχη.
Ὁλόκληρη
νύχτα στὴν
τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς
«ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



